ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ: Τα αγόρια που γεννιούνται με την εξωσωματική μέθοδο ICSI, έχουν χειρότερο σπέρμα από αγόρια φυσιολογικής σύλληψης

Η μέθοδος εξωσωματικής ICSI εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 1991- 92. Ενώ στην κλασική εξωσωματική (IVF), το σπέρμα και το ωάριο αφήνονται μαζί σε δοκιμαστικό σωλήνα για να γίνει η γονιμοποίηση, στην ICSI τοποθετούμε το σπερματοζωάριο απευθείας μέσα στο ωάριο. Αυτή η τεχνική στην αρχή χρησιμοποιούταν για περιπτώσεις που ο ανδρικός παράγοντας ήταν η βασική αιτιολογία της υπογονιμότητας.

Σε έρευνα που έγινε από Πανεπιστήμιο των Βρυξελών για να μελετηθεί η ποιότητα σπέρματος σε αγόρια ηλικίας 20- 22 χρονών που είχαν συλληφθεί με τη μέθοδο ICSI διαπιστώθηκαν τα εξής, εντυπωσιακά ευρήματα:

  1. Η μέση συγκέντρωση σπέρματος στα αγόρια από ICSI ήταν 17,7 εκατομμύρια/ ml ενώ στα αγόρια από φυσική σύλληψη ήταν 37 εκατομμύρια/ ml (σχεδόν η μισή δηλαδή!)
  2. Ο συνολικός αριθμός σπερματοζωαρίων στα αγόρια από ICSI ήταν 31,9 εκατομμύρια ενώ στα αγόρια από φυσική σύλληψη ήταν 86,8 εκατομμύρια (μικρότερος από το μισό!)
  3. Ο αριθμός των σπερματοζωαρίων με κινητικότητα στα αγόρια από ICSI ήταν 12,7 εκατομμύρια ενώ στα αγόρια από φυσική σύλληψη ήταν 38,6 εκατομμύρια (επίσης μικρότερος από το μισό!)

Τα αποτελέσματα είναι σε κάθε περίπτωση εντυπωσιακά. Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να τα θέσουμε στο σωστό τους πλαίσιο. Όταν πρωτοεφαρμόστηκε η ICSI, ήταν μια πραγματική επανάσταση για τη θεραπεία του ανδρικού παράγοντα υπογονιμότητας. Έτσι, άνδρες με σοβαρό πρόβλημα υπογονιμότητας μπόρεσαν να τεκνοποιήσουν απογόνους. Σήμερα, η ICSI είναι πια μέθοδος ρουτίνας στην εξωσωματική γονιμοποίηση και πάνω από 2,5 εκατομμύρια παιδιά έχουν γεννηθεί με αυτή. Αν και στην αρχή η μέθοδος ICSI πραγματοποιούνταν μόνο σε ζευγάρια με ανδρικό παράγοντα υπογονιμότητας, τον τελευταίο καιρό χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ακόμα και αν το σπέρμα δεν εμφανίζει κάποιο πρόβλημα. Έτσι, δεν μπορούμε να βγάλουμε εύκολα συμπεράσματα για την αξία της στην υπογονιμότητα που οφείλεται σε παθολογικό σπέρμα.

Για την ICSI, έχουν επανηλειμμένα δημοσιευτεί έρευνες που δείχνουν δυσμενή αποτελέσματα, όπως γέννηση ελλιποβαρούς νεογνού (μικρό βάρος γέννησης), αυξημένη συχνότητα πρόωρου τοκετού και εμφάνισης εμβρυϊκών ανωμαλιών.

Με την έρευνα αυτή (η οποία βέβαια έγινε σε μικρό αριθμό ασθενών), διαπιστώνεται ότι τα αγόρια που γεννιούνται με ICSI έχουν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν συγκεντρώσεις σπέρματος και τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν συνολικό αριθμό σπερματοζωαρίων κάτω από τα όρια που έχει θέσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Πώς εξηγούνται αυτά τα αποτελέσματα δεν είναι σαφές, καθώς από τα αναλυτικά στοιχεία της έρευνας δεν προκύπτει ευθεία κληρονόμηση του “κακού” σπέρματος από τον πατέρα στο γιο. Δείχνει όμως ότι μια κακή σπερματογένεση ίσως μεταφέρεται με την τεχνητή γονιμοποίηση και μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση και στους απογόνους. Ένας άλλος παράγοντας θα μπορούσε να είναι ότι αυτά τα έμβρυα δεν αναπτύσσονταν καλά στη διάρκεια της εγκυμοσύνης και αυτό μπορεί να έχει επιδράσει και στην λειτουργία παραγωγής σπερματοζωαρίων. Με την τεχνική αυτή εισάγουμε απευθείας το γενετικό υλικό του σπερματοζωαρίου μέσα στο ωάριο, καταργώντας τη διαδικασία της Φυσικής Επιλογής, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Συμπερασματικά, παρότι δεν μπορεί να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα, η έρευνα προσθέτει νέες πληροφορίες για τα αποτελέσματα της μεθόδου. Θα πρέπει να συνυπολογίζεται στην συμβουλευτική που κάνουμε στα ζευγάρια ώστε να είναι πλήρως ενημερωμένα. Τέλος, τα κέντρα εξωσωματικής θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τα πρωτόκολλά τους και ενδεχομένως να περιορίσουν τη χρήση ICSI, όταν αυτή δεν είναι απολύτως απαραίτητη. Η μέθοδος, αυτή καθ' αυτή, εξακολουθεί να είναι πολύτιμη και να χαρίζει το θαύμα της γονιμοποίησης πολλών ζευγαριών παγκοσμίως. Αναλυτικά η έρευνα είναι στα Αγγλικά >ΕΔΩ<